Από την αποκατάσταση έως την υποκατάσταση

Ο όρος «στροφικό πέταλο» του ώμου (Rotator cuff) περιγράφει τους τένοντες της περιοχής, οι οποίοι «αγκαλιάζουν» την αρθρική επιφάνεια της κεφαλής του βραχιονίου. Ο κύριος ρόλος τους είναι η επίτευξη κινήσεων (έσω και έξω στροφή) από τον ώμο αλλά και η άρση βάρους όταν το άνω άκρο βρίσκεται σε απαγωγή, δηλαδή μακρυά από το σώμα. Λόγω της ανατομίας της περιοχής και της εγγενούς αστάθειας του ώμου, οι τένοντες του στροφικού πετάλου σταθεροποιούν την άρθρωση με τη συγκράτηση της κεφαλής απέναντι από την αρθρική επιφάνειας της ωμοπλάτης, (ωμογλήνη).

Οι ρήξεις του στροφικού πετάλου του ώμου εμφανίζονται με μεγάλη ετερογένεια συμπτωμάτων και συνήθως ταλαιπωρούν πολύ τον ασθενή, είτε συνεχόμενα, είτε με πολλαπλές υποτροπές. Το σύνηθες πρόβλημα είναι ο πόνος (σε ηρεμία, σε κίνηση ή κατά τη διάρκεια της νύχτας), ενώ η δυσκαμψία και η αδυναμία συμπεριλαμβάνονται συχνά στα συμπτώματα των ασθενών. Η αποκατάσταση της ανατομικής συνέχειας των τενόντων που έχουν υποστεί ρήξη εξαρτάται από τον χρόνο αντιμετώπισης της βλάβης, δηλαδή από την απόσταση μεταξύ του τραυματικού γεγονότος που προκάλεσε τη ρήξη και την χειρουργική αποκατάσταση.

Έτσι σε «οξείες βλάβες», συνήθως είναι αρκετή η αρθροσκοπική αποκατάσταση του πετάλου, όπως αυτή γίνεται με συσκευές που ονομάζονται άγκυρες. Ακόμη και σε ασθενείς ηλικίας >65 έτη, η λειτουργικότητα του πετάλου επανέρχεται στα προ του τραυματισμού επίπεδα χωρίς να αφήνει υπολειπόμενο πόνο ή άλλα συμπτώματα.

Σε βλάβες που έχουν αφεθεί για αρκετό καιρό και έχουν γίνει «χρόνιες», δεν αρκεί συνήθως μόνο η επιδιόρθωση τους, λόγω της εκφύλισης των μυών που συνυπάρχει. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται η ενίσχυση της συρραφής του πετάλου είτε μηχανικά, με χρήση υπακρωμιακών προθεμάτων (πχ. InSpace Balloon) ή χρήση μοσχευμάτων, είτε βιολογικά, με χρήση αυτόλογων επουλωτικών παραγόντων από τα αιμοπετάλια (PRP) ή βλαστοκυττάρων (Stem cells). Εναλλακτικά, ένας άλλος τρόπος είναι η μεταφορά των “γειτονικών” τενόντων όπως του πλατέως ραχιαίου που ενισχύει τη συρραφή του πετάλου, ιδίως όταν υπάρχει έλλειμμα έξω στροφής. Η μεταφορά αυτή έχει σαν στόχο να χρησιμοποιήσει ένα υγιές ανατομικό στοιχείο, το οποίο θα “εκπαιδευτεί” στη νέα του θέση και θα υποκαταστήσει τη λειτουργία εκφυλισμένων και αδύνατων ιστών.

Τέλος, σε βλάβες που αφορούν σε αρθρίτιδα μαζί με εκτεταμένη καταστροφή ή μεγάλη εκφύλιση του τενοντίου πετάλου, οι αρθρικές επιφάνειες χάνουν την παραλληλία τους και η κεφαλή του βραχιονίου χάνει τη σωστή ανατομική θέση δυσκολεύοντας την κίνηση του ώμου σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι αναγκαία η πραγματοποίηση βαρύτερων, ανοικτών επεμβάσεων για να αποκατασταθεί η λειτουργικότητα του άνω άκρου και να μπορεί ο ασθενής να απαλλαγεί από τον πόνο. Η ανάστροφη ολική αρθροπλαστική είναι μια επέμβαση τέτοιου τύπου. Με αυτήν γίνεται η αλλαγή των αρθρικών επιφανειών, με τρόπο τέτοιο που αλλάζει την ανατομία της άρθρωσης ώστε η κίνηση να μην εξαρτάται από το τενόντιο πέταλο.

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η τροποποίηση της δραστηριότητας, η χρήση απλών παυσίπονων, η χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ), η χρήση ζεστών ή κρύων επιθεμάτων, και η φυσικοθεραπεία μπορεί να βελτιώσει τόσο τον πόνο όσο και την λειτουργικότητα. Πρακτικά, η θεραπεία συμπληρώνεται με πρόγραμμα αποκατάστασης που έχει σκοπό την ανάκτηση του εύρους κίνησης της άρθρωσης του ώμου αλλά και την μυϊκή ενδυνάμωση των παρακείμενων μυών. Ο χρόνος της αποκατάστασης ποικίλει ανάλογα με την βαρύτητα των βλαβών και τις λειτουργικές απαιτήσεις του ασθενούς. Έτσι, ενώ η επιστροφή σε καθημερινές δραστηριότητες και σε εργασία γραφείου γίνεται άμεσα, σε ορισμένες περιπτώσεις η επιστροφή σε πλήρη αθλητική δραστηριότητα ή σε βαριά χειρωνακτική εργασία μπορεί να χρειάζεται διάστημα μερικών μηνών.