Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση του αριθμού των τραυματισμών που συμβαίνουν σε αθλητικές δραστηριότητες και αφορούν νεαρούς αθλητές. Το 40% των παιδιατρικών κακώσεων συμβαίνουν κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων.

Τα αγόρια προσβάλλονται συχνότερα αν και τελευταία ο αριθμός των κοριτσιών τείνει να εξισωθεί λόγω της διάδοσης του γυναικείου αθλητισμού. Στην Αμερική που η ενασχόληση με τον αθλητισμό γίνεται κυρίως μέσα στα σχολεία 4 εκατομμύρια αγόρια και 3 εκατομμύρια κορίτσια συμμετέχουν σε αθλητικές αγωνιστικές δραστηριότητες. Τα αντίστοιχα νούμερα κατά τη δεκαετία του 70 ήταν 3 εκατομμύρια αγόρια και 300.000 κορίτσια. Επιπλέον, έχει μειωθεί αρκετά ο μέσος όρος της ηλικίας που τα παιδιά αρχίζουν και ασχολούνται με τον πρωταθλητισμό. Τα κορίτσια έχουν κάποιες ιδιαιτερότητες σε σχέση με τα αγόρια της ίδιας ηλικίας. Αφενός είναι περισσότερο επιρρεπή σε κακώσεις γύρω από το γόνατο κατά την περίοδο της εφηβείας και αφετέρου υπάρχει ένα σύνδρομο που ονομάζεται «τριάδα των αθλητριών» και περιλαμβάνει αμηνόρροια, διαταραχές στην πρόσληψη τροφής και μειωμένη οστική πυκνότητα. Αυτό είναι παράγοντας κινδύνου για κατάγματα κόπωσης, σύνδρομα υπέρχρησης και επαναλαμβανόμενους τραυματισμούς. Διαφορές στις κακώσεις που συμβαίνουν παρατηρούνται επίσης ανάλογα με την ηλικία, το στάδιο της ανάπτυξης του σκελετού αλλά και με το άθλημα.

Η αντιμετώπιση των αθλητών σε αυτές τις ηλικίες έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Οι αθλητές στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν μικροί ενήλικες. Πρόκειται για σκελετικά ανώριμα άτομα που είναι περισσότερο ευάλωτα τόσο σε οξείες όσο και σε χρόνιες κακώσεις ιδίως κοντά στις περιοχές των συζευκτικών χόνδρων, στα σημεία που αυξάνονται τα οστά, δηλαδή. Επιπλέον, έχουν σαφώς χειρότερο συντονισμό στις κινήσεις τους σε σύγκριση με τους ενήλικες που οφείλεται στη μικρότερη δύναμη και στο μη ανεπτυγμένο νευρομυϊκό έλεγχο, ενώ βρίσκονται στην περίοδο που ακόμη αναπτύσσουν την τεχνική τους σε σχέση με το άθλημα. Είναι σημαντικό να διαγνωστούν και να αντιμετωπιστούν άμεσα οι κακώσεις αυτές ώστε να αποφευχθούν επιπλοκές, να επιτευχθεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα η ασφαλής επιστροφή στην αθλητική δραστηριότητα και να υπάρχει καλή λειτουργικότητα του τραυματισμένου μέλους σε βάθος χρόνου. Δυστυχώς, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να ενθαρρύνεται ο μικρός αθλητής να «σφίξει τα δόντια» και να αγωνιστεί ή να προπονηθεί. Αυτή η συμπεριφορά έχει σαν συνέπεια την πλημμελή αποθεραπεία, την εμφάνιση υποτροπών και τελικά την καθυστερημένη επιστροφή του παιδιού σε αγωνιστικές δραστηριότητες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ένας απλός τραυματισμός μετατρέπεται σε δύσκολα αντιμετωπίσιμο πρόβλημα που μπορεί να αποθαρρύνει την περαιτέρω ενασχόληση του μικρού αθλητή με τον αθλητισμό.

Ιδιαίτερη κατηγορία στα παιδιά είναι οι κακώσεις του συζευκτικού χόνδρου (περιοχή αύξησης του οστού), που μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές στην ανάπτυξη του μέλους. Γι αυτό χρειάζονται συστηματική παρακολούθηση κατά την περίοδο της αποκατάστασης τους είτε αντιμετωπίζονται συντηρητικά, είτε χειρουργικά. Κάθε κάκωση χαρακτηρίζεται από το μηχανισμό πρόκλησής της και αυτός υποδεικνύει την πιθανή βλάβη. Υπάρχουν δυο πρότυπα κακώσεων στον παιδιατρικό πληθυσμό, οι οξείες και οι χρόνιες. Οι οξείες κακώσεις προκύπτουν μετά  από ισχυρές δυνάμεις και  χαρακτηρίζονται από άμεση εμφάνιση των συμπτωμάτων μετά από ένα σαφές και αναγνωρίσιμο τραυματικό επεισόδιο. Σε αυτές περιλαμβάνονται κατάγματα (ρωγμώδη, συμπιεστικά, αποσπαστικά), οστεοχόνδρινα κατάγματα (κατάγματα μέσα στις αρθρώσεις), κατάγματα γύρω από το συζευκτικό χόνδρο (περιοχή αύξησης του οστού), εξαρθρήματα, οστικές θλάσεις και κακώσεις μαλακών μορίων (μύες, τένοντες). Τα κατάγματα στα παιδιά συνήθως αντιμετωπίζονται συντηρητικά, εκτός αν είναι κοντά στις αρθρώσεις, αφορούν συγκεκριμένες ανατομικές περιοχές (όπως πχ. το ισχίο) ή αν είναι πολύ παρεκτοπισμένα. Η αποδεκτή παρεκτόπιση είναι συνάρτηση της ηλικίας. Οι χρόνιες κακώσεις προκαλούνται από συνεχή καταπόνηση και οφείλονται σε επαναλαμβανόμενους μικροτραυματισμούς που υπερβαίνουν την ικανότητα του οργανισμού να τους επουλώσει. Οι χρόνιες κακώσεις έχουν ήπια ή προοδευτικά επιδεινούμενα συμπτώματα, τα οποία μπορεί να ποικίλουν σε βαρύτητα ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια της αθλητικής δραστηριότητας. Οι συζευκτικοί χόνδροι (περιοχές αύξησης των οστών), οι αρθρικοί χόνδροι (αρθρικές επιφάνειες) και οι προσφύσεις των τενόντων στα οστά αποτελούν τα πιο ευάλωτα σημεία. Οι συχνότερες χρόνιες κακώσεις περιλαμβάνουν τις τενοντοπάθειες, τα κατάγματα κοπώσεως και τις οστεοχονδρίτιδες.

Οι κακώσεις των συνδέσμων στα παιδιά και στους εφήβους είναι λιγότερο συχνές σε σχέση με τους ενήλικες λόγω της καλύτερης αιμάτωσης και της μεγαλύτερης ελαστικότητας των συνδέσμων σε αυτές τις ηλικίες. Αν και κακώσεις των μηνίσκων παρατηρούνται και σε μικρότερες ηλικίες, κακώσεις των χιαστών συνδέσμων του γόνατος παρατηρούνται προς το τέλος της εφηβείας και την αρχή της ενηλικίωσης. Οι βλάβες αυτές δεν πρέπει να παραμελούνται, αλλά αντίθετα πρέπει να αντιμετωπίζονται γιατί η αστάθεια που προκαλείται στο γόνατο οδηγεί σε οστεοαρθρίτιδα σε νεαρή ηλικία. Στα παιδιά οι μηνισκικές βλάβες πρέπει να συρράβονται εάν η βλάβη που έχει προκληθεί το επιτρέπει, ενώ η αρθροσκοπική συνδεσμοπλαστική του προσθίου χιαστού έχει διαφορές σε σχέση με αυτή των ενηλίκων λόγω της ύπαρξης των συζευκτικών χόνδρων αλλά σήμερα γνωρίζουμε ειδικές τεχνικές και πραγματοποιούνται με μεγάλη επιτυχία. Μεγάλη σημασία για την αποφυγή υποτροπής έχει επίσης η περίοδος της αποκατάστασης και ο χρόνος επιστροφής σε αθλητική δραστηριότητα.